«Δε χρειαζόταν κανείς να καταλάβει την εξουσία, αλλά απλώς να τη μαζέψει» – Η Εποχή των Άκρων – ο σύντομος εικοστός αιώνας

Αναδημοσιεύουμε από το βιβλίο του Έρικ Χομπσμπάουμ «Η Εποχή των Άκρων – ο σύντομος εικοστός αιώνας» τη δεύτερη ενότητα από το δεύτερο κεφάλαιο «Η Παγκόσμια Επανάσταση». Ο Βρετανός ιστορικός και διανοούμενος, αν και ήταν μαρξιστής δεν ανήκε στο ρεύμα του λενινισμού και κράτησε κριτική στάση απέναντι στη σοβιετική εξουσία. Το παρακάτω απόσπασμα έχει ενδιαφέρον γιατί παρουσιάζει τη μετάβαση από το παλιό στο νέο καθεστώς χωρίς μυθολογίες ή τερατολογίες. Ο Χομπσμπάουμ υποστηρίζει ότι η Οκτωβριανή Επανάσταση έγινε γιατί «σ’ αντίθεση με τη μυθολογία του Ψυχρού Πολέμου που απεικόνιζε τον Λένιν βασικά ως οργανωτή πραξικοπημάτων, το μόνο όπλο που διέθεταν τόσο ο Λένιν όσο και οι Μπολσεβίκοι ήταν η ικανότητά τους να αναγνωρίζουν τι ακριβώς ήθελαν οι μάζες, με άλλα λόγια να ηγούνται γνωρίζοντας πώς να ακολουθούν τα αιτήματα των μαζών». Υπογραμμίζει μάλιστα με έμφαση ότι η Οκτωβριανή Επανάσταση έγινε αντικείμενο πολεμικής κατά πλειοψηφία παραπλανητικής, καθώς το ερώτημα δεν είναι αν οι μπολσεβίκοι κατέλαβαν την εξουσία «πραξικοπηματικά» -όπως η κυρίαρχη ιστοριογραφία (και συχνά και η εναλλακτική) υποστηρίζει- αλλά «αλλά ποιος ή τι θα επακολουθούσε ή ακόμα και τι θα μπορούσε να επακολουθήσει της πτώσης της Προσωρινής Κυβέρνησης». Ο Χομπσμπάουμ υποστηρίζει ότι «στην πραγματικότητα, όταν έφτασε η στιγμή δε χρειαζόταν κανείς να καταλάβει την εξουσία, αλλά απλώς να τη μαζέψει». Υπενθυμίζει μάλιστά το γνωστό ανέκδοτο ότι περισσότεροι άνθρωποι τραυματίστηκαν κατά το γύρισμα της ταινίας Οκτώβρης του Αϊζενστάιν το 1927, παρά κατά την πραγματική κατάληψη των Χειμερινών Ανακτόρων το 1917.

Η Ρωσία, ώριμη για κοινωνική επανάσταση, με φανερή την κόπωση του πολέμου και στα πρόθυρα της ήττας, ήταν το πρώτο από τα καθεστώτα της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης που κατέρρευσε κάτω από τις εντάσεις και πιέσεις του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Η έκρηξη αναμενόταν, μολονότι κανείς δεν μπόρεσε να προβλέψει την ακριβή χρονική στιγμή και τη συγκεκριμένη περίπτωση της πυροδότησης. Λίγες εβδομάδες πριν ξεσπάσει η Επανάσταση του Φεβρουαρίου, ο Λένιν, εξόριστος στην Ελβετία, διερωτάτο εάν θα ζούσε ο ίδιος να δει την επανάσταση. Πράγματι, η εξουσία του Τσάρου κατέρρευσε όταν διαδήλωση εργατριών (στην εθιμική διαδήλωση του σοσιαλιστικού κινήματος την «Ημέρα της Γυναίκας» στις 8 Μαρτίου) συνδυάστηκε με ένα λοκ άουτ στη βιομηχανία, στη μεταλλουργία Putilov -περιβόητη για τη μαχητικότητα των εργατών της- για να καταλήξει σε γενική απεργία. Οι απεργοί εισέβαλαν στο κέντρο της πρωτεύουσας, διασχίζοντας τον παγωμένο ποταμό, με αίτημα βασικά ψωμί. Το πόσο εύθραυστο ήταν το καθεστώς αποκαλύφθηκε όταν τα στρατεύματα του Τσάρου, ακόμα και οι πάντα πιστοί σ’ αυτόν Κοζάκοι, δίστασαν αρχικά και κατόπιν αρνήθηκαν να επιτεθούν κατά του πλήθους, άρχισαν μάλιστα να συναδελφώνονται μαζί του. Όταν δε, μετά από τέσσερις χαοτικές ημέρες στασίασαν, ο Τσάρος αναγκάστηκε να παραιτηθεί από το θρόνο του. Τον αντικατέστησε μια φιλελεύθερη «Προσωρινή Κυβέρνηση», όχι χωρίς κάποια συμπάθεια ή ακόμα και βοήθεια από τους Δυτικούς συμμάχους της Ρωσίας, οι οποίοι φοβούνταν ότι το απελπισμένο καθεστώς του Τσάρου ίσως αποφάσιζε να αποσυρθεί από τον πόλεμο και να συνάψει ξεχωριστή ειρήνη με τη Γερμανία. Τέσσερις ημέρες αυθορμητισμού και χωρίς καν ηγεσία στους δρόμους αρκούσαν για να τελειώσουν μια Αυτοκρατορία.[1] Και δεν ήταν μόνο αυτό: τόσο έτοιμη ήταν η Ρωσία για κοινωνική επανάσταση, ώστε οι μάζες στην Πετρούπολη αμέσως εξέλαβαν την πτώση του Τσάρου ως διακήρυξη καθολικής ελευθερίας, ισότητας και άμεσης δημοκρατίας. Το εκπληκτικό επίτευγμα του Λένιν ήταν ότι μετέτρεψε αυτό το ανεξέλεγκτο αναρχικό λαϊκό κύμα ξεσηκωμού σε Μπολσεβίκικη εξουσία.

Έτσι, αντί για μια φιλελεύθερη και συνταγματική Ρωσία με Δυτικό προσανατολισμό, διατεθειμένη και πρόθυμη να συνεχίσει τον πόλεμο με τη Γερμανία, αυτό που προέκυψε ήταν ένα επαναστατικό κενό: μια ανίσχυρη «Προσωρινή Κυβέρνηση» απ’ τη μια μεριά και μια πληθώρα «συμβουλίων» (Σοβιέτ) της βάσης απ’ την άλλη, που ξεφύτρωναν αυθόρμητα παντού σαν μανιτάρια μετά τη βροχή. [2] Τα συμβούλια αυτά είχαν ουσιαστικά την εξουσία, ή τουλάχιστον την ισχύ της αρνησικυρίας σε τοπικό επίπεδο, αλλά ιδέα δεν είχαν τι να κάνουν την εξουσία αυτή ή τι μπορούσαν ή τι όφειλαν να κάνουν. Τα διάφορα επαναστατικά κόμματα και οι οργανώσεις -οι Μπολσεβίκοι και οι Μενσεβίκοι Σοσιαλδημοκράτες, οι Σοσιαλ-επαναστάτες και πολυάριθμες ήσσονος σημασίας ομάδες της Αριστεράς που βγήκαν στην επιφάνεια από την παρανομία- αποπειράθηκαν να εδραιώσουν τη θέση τους σ’ αυτές τις συνελεύσεις, να τις συντονίσουν και να τις κάνουν να αποδεχθούν τη δική τους πολιτική, αν και αρχικά μόνο ο Λένιν τις θεώρησε ως εναλλακτική λύση απέναντι στην κυβέρνηση («Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ»). Είναι σαφές, όμως, ότι όταν έπεσε ο Τσάρος, ελάχιστοι Ρώσοι γνώριζαν τι ακριβώς εκπροσωπούσαν τα επαναστατικά ονόματα των κομμάτων, αλλά ακόμα κι αν γνώριζαν, δεν μπορούσαν να διακρίνουν μεταξύ των συνθημάτων των αντίπαλων κομμάτων. Αυτό που γνώριζαν ήταν ότι δεν αποδέχονταν πλέον την εξουσία – ούτε και την εξουσία των επαναστατών που ισχυρίζονταν ότι ήξεραν καλύτερα απ’ αυτούς.

Το βασικό αίτημα των φτωχών των πόλεων ήταν ψωμί και των φτωχών εργατών καλύτερα ημερομίσθια και λιγότερες ώρες εργασίας. Το βασικό αίτημα του 80% των Ρώσων που ζούσαν από τη γεωργία ήταν, όπως πάντα, γη. Και οι δύο κατηγορίες συμφωνούσαν ότι ήθελαν να τερματιστεί ο πόλεμος, μολονότι η μάζα των αγροτών-στρατιωτών που αποτελούσε το στρατό δεν ήταν κατ’ αρχήν ενάντια στον πόλεμο αλλά ενάντια στη σκληρή πειθαρχία και την κακή μεταχείριση που υφίσταντο από τους αξιωματικούς. Το σύνθημα «Ψωμί, Ειρήνη, Γη» άρχισε ταχύτατα να κερδίζει οπαδούς γι’ αυτούς που το προπαγάνδιζαν, τους Μπολσεβίκους του Λένιν, που από μια μικρή ομάδα ολίγων χιλιάδων ατόμων το Μάρτιο του 1917, έφτασαν να έχουν 250.000 μέλη το καλοκαίρι του ίδιου έτους. Σ’ αντίθεση με τη μυθολογία του Ψυχρού Πολέμου που απεικόνιζε τον Λένιν βασικά ως οργανωτή πραξικοπημάτων, το μόνο όπλο που διέθεταν τόσο ο Λένιν όσο και οι Μπολσεβίκοι ήταν η ικανότητά τους να αναγνωρίζουν τι ακριβώς ήθελαν οι μάζες, με άλλα λόγια να ηγούνται γνωρίζοντας πώς να ακολουθούν τα αιτήματα των μαζών. Όταν, επί παραδείγματι, ο Λένιν κατάλαβε ότι σε αντίθεση με το σοσιαλιστικό πρόγραμμα οι αγρότες ήθελαν το μοίρασμα της γης σε οικογενειακούς κλήρους, δε δίστασε ούτε στιγμή να δεσμεύσει τους Μπολσεβίκους σ’ αυτή τη μορφή οικονομικού ατομικισμού.

Αντίθετα, η Προσωρινή Κυβέρνηση και οι υποστηρικτές της δεν κατάφεραν να αντιληφθούν ότι δεν ήταν σε θέση να κάνουν τη Ρωσία να υπακούει στους νόμους και τα διατάγματά της. Όταν επιχειρηματίες και διευθυντές επιχειρήσεων προσπάθησαν να αποκαταστήσουν την εργασιακή πειθαρχία, το μόνο που κατάφεραν ήταν να ριζοσπαστικοποιήσουν τους εργάτες. Όταν η Προσωρινή Κυβέρνηση επέμενε ότι ο στρατός έπρεπε να εξαπολύσει μια ακόμα στρατιωτική επίθεση τον Ιούνιο του 1917, το ποτήρι ξεχείλισε και οι αγρότες-στρατιώτες τον εγκατέλειψαν γυρίζοντας στα χωριά τους για να πάρουν μέρος στο μοίρασμα της γης με τους συγγενείς τους. Η Επανάσταση απλώθηκε στους σιδηροδρόμους που μετέφεραν τους στρατιώτες στον τόπο τους. Δεν ήταν ακόμα ώριμη η στιγμή για άμεση πτώση της Προσωρινής Κυβέρνησης, αλλά από το καλοκαίρι και μετά η ριζοσπαστικοποίηση επιταχύνθηκε τόσο στο στρατό όσο και στις κυριότερες πόλεις, ισχυροποιώντας όλο και περισσότερο τους Μπολσεβίκους. Η αγροτιά έδωσε τη συντριπτική της υποστήριξη στους κληρονόμους των Ναρότνικων (βλ. Η Εποχή του Κεφαλαίου, κεφ. 9), τους Σοσιαλ-επαναστάτες, από τις γραμμές των οποίων ξεπήδησε μια πιο ριζοσπαστική αριστερή πτέρυγα η οποία πλησίασε περισσότερο τους Μπολσεβίκους κι αργότερα συμμετείχε για σύντομο χρονικό διάστημα στην κυβέρνησή τους μετά την Οκτωβριανή επανάσταση.

Καθώς οι Μπολσεβίκοι -οι οποίοι βασικά ήταν κόμμα εργατών- βρέθηκαν να πλειοψηφούν στις κυριότερες ρωσικές πόλεις και ιδιαίτερα στην πρωτεύουσα Πετρούπολη και τη Μόσχα, και κέρδισαν ταχύτατα έδαφος στο στρατό, η ύπαρξη της Προσωρινής Κυβέρνησης άρχισε να γίνεται ολοένα και πιο σκιώδης, ιδιαίτερα όταν έπρεπε να απευθύνει έκκληση προς τις επαναστατικές δυνάμεις στην πρωτεύουσα για να αντιμετωπίσουν, τον Αύγουστο, την απόπειρα αντι-επαναστατικού πραξικοπήματος φιλομοναρχικού στρατηγού. Η ριζοσπαστικοποιημένη φουσκοθαλασσιά των οπαδών τους, αναπόφευκτα ώθησε τους Μπολσεβίκους προς την κατάληψη της εξουσίας. Στην πραγματικότητα, όταν έφτασε η στιγμή δε χρειαζόταν κανείς να καταλάβει την εξουσία, αλλά απλώς να τη μαζέψει. Έχει λεχθεί ότι περισσότερα άτομα τραυματίστηκαν κατά το γύρισμα της μεγάλης ταινίας του Αϊζενστάιν, Οκτώβρης (1927) παρά κατά την πραγματική κατάληψη των Χειμερινών Ανακτόρων στις 7 Νοεμβρίου 1917. Κανείς δεν είχε απομείνει για να υπερασπίσει την Προσωρινή Κυβέρνηση που απλώς διασκορπίστηκε στον αέρα.

Από τη στιγμή που η πτώση της Προσωρινής Κυβέρνησης έγινε σίγουρη μέχρι και σήμερα, η Οκτωβριανή επανάσταση αποτέλεσε αντικείμενο καταιγιστικής πολεμικής που στην πλειοψηφία των περιπτώσεων είναι παραπλανητική. Το πραγματικό ζήτημα δεν είναι αν ο εκ πεποιθήσεως αντιδημοκράτης Λένιν κατέλαβε πραξικοπηματικά την εξουσία, όπως έχουν υποστηρίξει αντικομμουνιστές ιστορικοί, αλλά ποιος ή τι θα επακολουθούσε ή ακόμα και τι θα μπορούσε να επακολουθήσει της πτώσης της Προσωρινής Κυβέρνησης. Από τις αρχές Σεπτεμβρίου, ο Λένιν προσπάθησε να πείσει τα διστακτικά στοιχεία στο κόμμα του ότι όχι μόνο η εξουσία ίσως γλιστρούσε εύκολα μέσα από τα χέρια τους εάν δεν την άρπαζαν οι ίδιοι με σχεδιασμένη δράση κατά τη διάρκεια της περιόδου, πιθανότατα συντομότατης, όταν ήταν μέσα στις δυνατότητές τους, αλλά -πράγμα ίσως εξίσου επείγοντος χαρακτήρα- να απαντήσουν στο ερώτημα: «Μπορούν οι Μπολσεβίκοι να κρατήσουν την Κρατική Εξουσία» εάν την κατελάμβαναν; Πράγματι, τι θα μπορούσε οποιοσδήποτε που θα προσπαθούσε να τιθασεύσει την ηφαιστειακή έκρηξη της επαναστατικής Ρωσίας να κάνει; Κανένα πολιτικό κόμμα, εκτός από τους Μπολσεβίκους του Λένιν, δεν ήταν προετοιμασμένο να αντιμετωπίσει και να αναλάβει την ευθύνη αυτή – και η προκήρυξη του Λένιν δείχνει ότι δεν ήταν όλοι οι Μπολσεβίκοι τόσο αποφασισμένοι όσο ο ίδιος. Με δεδομένη την ευνοϊκή πολιτική κατάσταση στην Πετρούπολη, στη Μόσχα και στις στρατιές στο βορρά, ήταν πράγματι δύσκολο να απαντήσει κανείς στο ερώτημα εάν η εξουσία έπρεπε να καταληφθεί τώρα ή αν ήταν προτιμότερο να περιμένει κανείς την εξέλιξη των γεγονότων. Η στρατιωτική αντεπανάσταση μόλις είχε αρχίσει. Μια απελπισμένη κυβέρνηση ίσως προτιμούσε αντί να υποχωρήσει μπροστά στα σοβιέτ, να παραδώσει την Πετρούπολη στο γερμανικό στρατό που ήδη βρισκόταν στα βόρεια σύνορα, στη σημερινή Εσθονία, δηλαδή λίγα χιλιόμετρα έξω από την πρωτεύουσα. Επιπλέον, ο Λένιν σπανίως δίσταζε να κοιτάζει κατά πρόσωπο ακόμα και τα πιο σκοτεινά και μαύρα δεδομένα. Εάν οι Μπολσεβίκοι δεν κατάφερναν να αδράξουν την ευκαιρία, «ένα αναρχικό κύμα ίσως γίνει ισχυρότερο από μας». Σε τελευταία ανάλυση, το επιχείρημα του Λένιν δεν μπορούσε παρά να πείσει το κόμμα του. Εάν ένα επαναστατικό κόμμα δεν καταλάβει την εξουσία όταν οι συνθήκες και οι μάζες το απαιτούν, σε τι διαφέρει από ένα μη επαναστατικό κόμμα;

Προβληματική ήταν η μακροπρόθεσμη προοπτική, ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι η κατάληψη της εξουσίας στην Πετρούπολη και στη Μόσχα μπορούσε να επεκταθεί και στην υπόλοιπη Ρωσία και να διατηρηθεί απέναντι στην αναρχία και στην αντεπανάσταση. Το πρόγραμμα του Λένιν να δεσμεύσει τη νέα σοβιετική (δηλαδή πρωταρχικά το Κόμμα των Μπολσεβίκων) κυβέρνηση στο «σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της Ρωσικής Δημοκρατίας», ήταν ουσιαστικά ένα στοίχημα για τη μετατροπή της Ρωσικής επανάστασης σε παγκόσμια, ή τουλάχιστο σε ευρωπαϊκή επανασταση. Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί -επαναλάμβανε συχνά ο ίδιος- ότι η νίκη του σοσιαλισμού «είναι δυνατή […] χωρίς την πλήρη καταστροφή της ρωσικής και της ευρωπαϊκής αστικής τάξης;». Στο μεταξύ το πρωταρχικό, πραγματικά δε το μόνο, καθήκον των Μπολσεβίκων ήταν να κρατηθούν στην εξουσία. Το νέο καθεστώς ελάχιστα έκανε για το σοσιαλισμό εκτός από το να διακηρύξει ότι αποτελούσε τον αντικειμενικό του στόχο, να εθνικοποιήσει τις τράπεζες και να ανακηρύξει τον «εργατικό έλεγχο» της υπάρχουσας διοίκησης, δηλαδή να θέσει την επίσημη σφραγίδα σ’ αυτό που έτσι κι αλλιώς γινόταν μετά την επανάσταση, ενώ προέτρεπε τους εργαζόμενους να διατηρήσουν τη ροή της παραγωγής. Δεν είχε τίποτε άλλο να τους πει.[3]

Το νέο καθεστώς κράτησε. Επέζησε της τιμωρού ειρήνης που η Γερμάνια επέβαλε στο Μπρεστ-Λιτόβσκ, λίγους μήνες πριν οι Γερμανοί ηττηθούν κι αυτοί. Η Συνθήκη Ειρήνης αποσπούσε από τη Ρωσία την Πολωνία, τις Βαλτικές επαρχίες, την Ουκρανία και σημαντικά εδάφη της νότιας και δυτικής Ρωσίας καθώς και de facto την Τρανσκαυκασία (Ουκρανια και Τρανσκαυκασία πέρασαν αργότερα ξανά στη Ρωσία). Οι Σύμμαχοι δεν έβλεπαν γιατί θα έπρεπε να είναι πιο γενναιόδωροι προς το κέντρο της παγκόσμιας ανατροπής. Διάφοροι αντεπαναστατικοί («Λευκοί») στρατοί και διάφορα καθεστώτα ξεσηκώθηκαν εναντίον των Σοβιέτ, με χρηματοδότηση των Συμμάχων που έστειλαν βρετανικά, γαλλικά, αμερικανικά, γιαπωνέζικα, πολωνικά, σερβικά, ελληνικά και ρουμανικά στρατεύματα σε ρωσικό έδαφος. Στις χειρότερες στιγμές του βάρβαρου και χαοτικού Εμφυλίου πολέμου του 1918-1920, η Σοβιετική Ένωση είχε περιοριστεί σε ένα ηπειρωτικό, χωρίς διέξοδο προς τη θάλασσα, κομμάτι γης στη Βόρεια και Κεντρική Ρωσία, κάπου ανάμεσα στην περιοχή των Ουραλίων και τα σημερινά Βαλτικά κράτη, εκτός από ένα μικροσκοπικό εκτεθειμένο δάχτυλο του Λένινγκραντ που έδειχνε προς τον Κόλπο της Φινλανδίας. Τα μόνα αξιόλογα όπλα που είχε στην κατοχή του το νέο καθεστώς καθώς αυτοσχεδίαζε για να συγκροτήσει από το τίποτα τον Κόκκινο Στρατό, ο οποίος αποδείχτηκε τελικά νικηφόρος, ήταν η ανικανότητα και η διαίρεση που βασίλευε μεταξύ των φιλονικούντων «Λευκών» στρατιών, η ικανότητά τους να γίνονται αντιπαθείς στη Μεγάλη Ρωσική αγροτιά καθώς και η καχυποψία που έτρεφαν (ορθώς) οι δυνάμεις της Δύσης ότι δε θα μπορούσαν εκ του ασφαλούς να διατάξουν τους επιρρεπείς προς στάση στρατιώτες και ναύτες τους να πολεμήσουν κατά των Μπολσεβίκων. Προς τα τέλη του 1920 οι Μπολσεβίκοι είχαν κερδίσει.

Έτσι, παρά τις προσδοκίες, η Σοβιετική Ένωση επέζησε. Οι Μπολσεβίκοι διατήρησαν και πραγματικά επεξέτειναν την εξουσία τους όχι μόνο επί μακρότερο χρονικό διάστημα σε σχέση με την Κομμούνα των Παρισίων του 1871 (όπως με περηφάνια και ανακούφιση σημείωσε ο Λένιν μετά από δύο μήνες και δεκαπέντε μέρες), αλλά μέσα σε χρόνια αδιάκοπης κρίσης και καταστροφής, γερμανικής κατάκτησης και σκληρής ειρήνης, απόσχισης περιφερειών, αντεπανάστασης, εμφυλίου πολέμου, ξένης ένοπλης επέμβασης, πείνας και οικονομικής κατάρρευσης. Δε θα μπορούσε να υπάρξει καμία άλλη στρατηγική πέρα από επιλογές που έπρεπε να γίνονται από μέρα σε μέρα μεταξύ αποφάσεων που χρειάζονταν να ληφθούν για την άμεση επιβίωση και εκείνων που ενείχαν τον κίνδυνο άμεσης καταστροφής. Ποιος θα είχε την πολυτέλεια να εξετάσει τις δυνατές μακροπρόθεσμες συνέπειες για την επανάσταση από αποφάσεις που έπρεπε να ληφθούν τώρα, διαφορετικά θα σήμαινε το τέλος της επανάστασης και δε θα υπήρχαν περαιτέρω συνέπειες προς εξέταση; Ένα προς ένα έγιναν όλα τα αναγκαία βήματα. Όταν η νέα Σοβιετική Δημοκρατία συνήλθε από την αγωνία της, βρέθηκε να οδηγείται προς μια κατεύθυνση που πόρρω απείχε απ’ αυτήν που είχε κατά νου ο Λένιν στο Σταθμό της Φινλανδίας.

Κι όμως η επανάσταση επέζησε. Τα κατάφερε για τρεις κυρίως λόγους: Πρώτο, διότι είχε στα χέρια της ένα μοναδικά ισχυρό εργαλείο, τα 600.000 μέλη του συγκεντρωτικού και πειθαρχημένου Κομμουνιστικού Κόμματος, που ουσιαστικά είχε την ικανότητα να οικοδομήσει κράτος. Όποιος και αν ήταν ο ρόλος του πριν την επανάσταση, αυτό το οργανωτικό πρότυπο που ο Λένιν ακούραστα προπαγάνδιζε και υπερασπιζόταν από το 1902 και μετά στάθηκε από μόνο του όρθιο μετά την επανάσταση. Ουσιαστικά όλα τα επαναστατικά καθεστώτα του Σύντομου Εικοστού Αιώνα επρόκειτο να υιοθετήσουν κάποια εκδοχή του προτύπου αυτού. Δεύτερο, ήταν εντελώς προφανές ότι ήταν η μόνη κυβέρνηση ικανή και πρόθυμη να κρατήσει ενιαία τη Ρωσία ως κράτος. Κατά συνέπεια απέκτησε σημαντική υποστήριξη από κατά τα άλλα εχθρικές προς αυτήν πατριωτικές ρωσικές δυνάμεις, όπως τους αξιωματικούς, χωρίς τους οποίους δε θα μπορούσε να συγκροτηθεί ο Κόκκινος Στρατός. Γι’ αυτούς, όπως και για τον ιστορικό που βλέπει τα πράγματα αναδρομικά, η επιλογή στην περίοδο 1917-1918 δεν ήταν μεταξύ μιας φιλελεύθερης-δημοκρατικής και μιας μη φιλελεύθερης Ρωσίας, αλλά μεταξύ της Ρωσίας και της αποσύνθεσης που ήταν και η μοίρα άλλων αρχαϊκών και ηττημένων αυτοκρατοριών, όπως η Αυστροουγγαρία και η Τουρκία. Σε αντίθεση με αυτές, η επανάσταση των Μπολσεβίκων διατήρησε το μεγαλύτερο μέρος της πολυεθνικής εδαφικής ενότητας του παλαιού τσαρικού κράτους τουλάχιστο για άλλα εβδομήντα τέσσερα χρόνια. Ο τρίτος λόγος ήταν ότι η επανάσταση επέτρεψε στους αγρότες να καταλάβουν τη γη. Την αποφασιστική στιγμή, ο κύριος όγκος των Μεγάλων Ρώσων αγροτών -πυρήνας του κράτους καθώς και του νέου στρατού- σκέφτηκε ότι οι πιθανότητες να κρατήσουν τη γη τους κάτω από το καθεστώς των Κόκκινων ήταν καλύτερες σε σχέση μ’ αυτές που θα υπήρχαν εάν επέστρεφε η τάξη των ευγενών γαιοκτημόνων. Κι αυτό έδωσε στους Μπολσεβίκους ένα αποφασιστικό πλεονέκτημα στον Εμφύλιο πόλεμο του 1918-1920. Αποδείχτηκε, αργότερα βέβαια, ότι οι ρώσοι αγρότες ήταν πολύ αισιόδοξοι.


[1] Το ανθρώπινο κόστος, μεγαλύτερο μεν από το κόστος της Οκτωβριανής επανάστασης, ήταν σχετικά μέτριο: τραυματίστηκαν, πληγώθηκαν ή σκοτώθηκαν 53 αξιωματικοί, 602 στρατιώτες, 73 αστυνομικοί και 587 πολίτες (CHAMBERLIN, W.H. (1965), The Russian Revolution, 1917-1921, 2 τόμοι, Νέα Υόρκη, τόμ. Ι, σ. 85).

[2] Τέτοια «συμβούλια», που προφανώς είχαν τη ρίζα τους στη ρωσική εμπειρία αυτοκυβέρνησης των κοινοτήτων στα χωριά, ξεπήδησαν ως πολιτικές οντότητες μεταξύ των εργατών στα εργοστάσια κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1905. Εφόσον συνελεύσεις που αποτελούνταν από άμεσα εκλεγμένους εκπροσώπους ήταν οικείες στους οργανωμένους εργάτες παντού και απηχούσαν μια εσωτερικευμένη αίσθηση δημοκρατίας, ο όρος «σοβιέτ», μερικές φορές αλλά όχι πάντα, μεταφράστηκε σε άλλες γλώσσες ως συμβούλια (räte) και είχε ισχυρότατη διεθνή απήχηση.

[3] «Τους λέω: κάντε ό,τι θέλετε, πάρτε ό,τι θέλετε, θα σας στηρίξουμε, αλλά φροντίστε την παραγωγή, κοιτάξτε η παραγωγή να είναι χρήσιμη. Ασκείτε χρήσιμη εργασία, θα κάνετε λάθη, αλλά θα μάθετε» (Λένιν, Αναφορά για τις δραστηριότητες του Συμβουλίου των Λαϊκών Επιτρόπων, 11/24 Ιανουαρίου 1918 – LENIN, V.I. (1970), Selected WorL· in 3 Volumes, Μόσχα, σ. 551).

Έρικ Χομπσμπάουμ
Βρετανός ιστορικός και διανοούμενος, συγγραφέας της τριλογίας "Ο μακρύς αιώνας" (Η Εποχή των Επαναστάσεων, Η Εποχή του Κεφαλαίου, Η Εποχή των Αυτοκρατοριών), καθώς και της ιστορίας του εικοστού αιώνα "Η Εποχή των Άκρων - ο σύντομος εικοστός αιώνας".

Leave A Comment