Η απόφαση για την εκβιομηχάνιση/κολεκτιβοποίηση και οι αντιπαραθέσεις στην ηγεσία του κόμματος.

Το παρακάτω απόσπασμα του Ζ. Ελενστάιν από την «Ιστορία της ΕΣΣΔ» παραθέτει αποσπάσματα από την απόφαση του μπολσεβίκικου κόμματος για την εκβιομηχάνιση και αναλύει τις αντιπαραθέσεις που προκλήθηκαν. Ο συγγραφέας αν και προφανώς διαφωνεί με τις μεθόδους του Στάλιν δεν κρύβει ότι οι αντιπαραθέσεις είχαν την πολιτική τους βάση στον τρόπο με τον οποίο θα αντιμετωπιζόταν το πρόβλημα της ανασυγκρότησης της βιομηχανίας.

«Είναι αναγκαίο να στεριώσουμε τη δικτατορία του προλεταριάτου, να ενισχύσουμε τη συμμαχία της εργατικής τάξης με τους αγρότες, να αναπτύξουμε τις θέσεις κλειδιά μέσα από το πρίσμα της εκβιομηχάνισης της χώρας. Είναι αναγκαίο να εξασφαλίσουμε έναν ταχύ ρυθμό ανάπτυξης της βιομηχανίας, να ηλεκτρίσουμε τη χώρα, να προωθήσουμε την εθνική μας οικονομία σε μια νέα τεχνική βάση, να συγκεντρώσουμε στους συνεταιρισμούς τις αγροτικές μάζες και να αυξήσουμε την απόδοση της οικονομίας τους, να συγκεντρώσουμε προοδευτικά τις ιδιωτικές αγροτικές καλλιέργειες σε συλλογικές, να αναπτύξουμε τα σοβχόζ, να περιορίσουμε και να νικήσουμε τα καπιταλιστικά στοιχεία της πόλης και της υπαίθρου».

Στη συνέχεια αναφέρεται  κι αυτό δεν υστερείται ενδιαφέροντος σε εκείνο που θα συμβεί στην πραγματικότητα:

«Αλλά δεν είναι δυνατό να εκπληρώσουμε αυτή την προϋπόθεση της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, σε ένα ή δύο χρόνια… Γι’ αυτό το σκοπό η δικτατορία του προλεταριάτου χρειάζεται χρόνια και χρόνια εντατικής οικοδόμησης».

Άραγε αυτό ήταν για το Στάλιν ένας τρόπος έκφρασης, μια παραχώρηση στις ιδέες που κυριαρχούσαν στο Κόμμα και στα τελευταία γραφτά του Λένιν; Δε θα το μάθουμε ποτέ. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι, βασισμένοι στα γεγονότα, να καταλήξουμε σε δύο διαπιστώσεις:

Η πλειοψηφία του Κόμματος συμφωνούσε μ’ αυτές τις δηλώσεις του Στάλιν και επέκρινε τις αργοπορίες στην εκβιομηχάνιση και την κολεκτιβοποίηση της γης, για τις οποίες καθιστούσε υπεύθυνος αυτούς που ήταν αντίθετοι στην υιοθέτηση πιο ριζοσπαστικών μέτρων.

Η συγκατάθεση σ’ αυτή την πολιτική ενός σημαντικού μέρους της αντιπολίτευσης, όπως  των Κάμενεφ, Ζηνόβιεφ, Ράντεκ, Πρεομπραζένσκι, Πιατακόφ (πού είχαν ξαναπροσχωρήσει στο Κόμμα) ενίσχυε στο Κόμμα και στην ηγεσία του την πεποίθηση ότι έπρεπε να προχωρήσει κατ’ αυτό τον τρόπο.

Όσο για την τροτσκιστική αντιπολίτευση, αυτή παράμενε πολύ δραστήρια. Ο Τρότσκι την κατεύθυνε με μεγάλη ενεργητικότητα από την Άλμα – Άτα, ενθαρρυμένος απο τον Ρακόφσκι κι από τις πληροφορίες σχετικά με διαφωνίες στους κόλπους του Πολιτμπουρο (χάρη στις συνομιλίες Μπουχάριν – Κάμενεφ). Ο Μπουχάριν είχε εμπιστευτεί στον Κάμενεφ τις ανησυχίες του σχετικά με την προσωπική πολιτική του Στάλιν.

Κατά τον Μπουχάριν, ο  Βοροσίλοφ κι ο Καλίνιν ήταν διστακτικοί, άλλα παρ’ όλα αυτά ακολουθούσαν το Στάλιν, όπως κι ο Ορτζονικίτζε. Αντίθετα, οι Αντρέγιεφ, Κίροφ, (ηγέτης του Κόμματος στο Λένινγκραντ), Γιάγκοντα (υποδιευθυντής της Ογκεπεού) ήταν έτοιμοι να τον παραμερίσουν.

Όλα αυτά δεν ήταν παρά συζητήσεις των παρασκηνίων, αφού ο Τρότσκι και ο Στάλιν (χάρη στην Ογκεπεού) ήταν το ίδιο καλά πληροφορημένοι. Πραγματικά, τίποτα δεν μπορούσε να επιτρέψει να αμφισβητηθούν οι διαβεβαιώσεις του Στάλιν στα μάτια της πλειοψηφίας των στελεχών του Κόμματος.

Η επιδείνωση της διεθνούς κατάστασης απασχολούσε, και δίκαια, ένα μεγάλο αριθμό σοβιετικών υπεύθυνων. Στην κατάσταση της καπιταλιστικής οικονομίας διέκριναν συμπτώματα κρίσης και, κατά συνέπεια, την τάση να λυθούν τα προβλήματα της κρίσης με πόλεμο. Ο πόλεμος θα μπορούσε να είναι εκείνος που θα έβαζε αντιμέτωπες μεταξύ τους τις καπιταλιστικές χώρες, αλλά το ίδιο θα μπορούσε να είναι ένας πόλεμος ενάντια στη Σοβιετική Ένωση. Κάτω από αυτούς τους όρους, ήταν ευνόητο να εύχονται να επιταχυνθεί ο ρυθμός της εκβιομηχάνισης και της κολεκτιβοποίησης της γης.

Μια δεύτερη διαπίστωση πού επιβάλλεται είναι, ότι οι στόχοι του πρώτου πεντάχρονου σχεδίου είχαν ανυψωθεί αισθητά, και ότι η κολεκτιβοποίηση της γης είχε πραγματοποιηθεί μ’ ένα ρυθμό πολύ πιο γρήγορο από τον προβλεπόμενο. Είναι ενδεχόμενο να είχε άδικο ο Μπουχάριν με την έννοια ότι του αρκούσε μια πολύ αργή βιομηχανική ανάπτυξη. Ταυτόχρονα, είναι πιθανό πώς είχε δει πολύ καθαρά, στο βαθμό πού φοβόταν πώς ένας πολύ γρήγορος ρυθμός θα υποχρέωνε το Κόμμα και το κράτος σε μέτρα καταναγκασμού ενάντια στις αγροτικές μάζες και ενάντια στους  ίδιους τους οργανωμένους κομμουνιστές.

Για ποιους λοιπόν λόγους το Κόμμα θα επιταχύνει κατά τους επόμενους μήνες την πορεία της κολεκτιβοποίησης της γης και της εκβιομηχάνισης;

Ο Στάλιν, στο λόγο του μπροστά στην Κεντρική Επιτροπή, τον Απρίλη του 1929, εξηγεί ότι:

«Στη βάση αυτών των αλλαγών στις ταξικές σχέσεις ξεπήδησαν τα σημερινά συνθήματα του Κόμματος». Διευκρινίζει ότι αυτές οι αλλαγές: «είναι η επίθεση του σοσιαλισμού» και η «αντίσταση των καπιταλιστικών στοιχείων της πόλης και της υπαίθρου». Στον κόσμο, προσθέτει, ένα χρόνο πριν την κρίση του 1929, «η σταθεροποίηση του καπιταλισμού υπονομεύεται και κλονίζεται κάθε μήνα, κάθε μέρα και περισσότερο». Καί προσθέτει: «Το κακό με την ομάδα Μπουχάριν είναι ότι δε βλέπει τις καινούργιες αλλαγές των ταξικών σχέσεων και δεν αντιλαμβάνεται τα νέα καθήκοντα τού Κόμματος».

Παρά τις επίσημες διαψεύσεις (του Στάλιν π.χ. στο λόγο του της 19ης Οκτώβρη), οι συγκρούσεις στους κόλπους του Πολιτμπουρό συνεχίζονται. Με τις δηλώσεις τον ενάντια στον «κίνδυνο της δεξιάς», ο Στάλιν θα προετοιμάσει τα πνεύματα για μια πιο συγκεκριμένη κατηγορία αυτών πού ήταν οι φορείς του «κινδύνου».

Ταυτόχρονα, ο Στάλιν έπαιρνε οργανωτικά μέτρα, προορισμένα να υποσκάψουν το κύρος αυτών των στελεχών μέσα στους οργανισμούς για τους οποίους ήταν υπεύθυνοι (εφαρμογή νέας διάρθρωσης, διορισμός βοηθών, μεταθέσεις υπεύθυνων κλπ).

Τέλος, συνέχιζε την πολιτική του ανακατώματος, ταυτίζοντας την τροτσκιστική αντιπολίτευση με τη δεξιά παρέκκλιση.

Στις 20 του Γενάρη 1929, η «Πράβντα» δημοσίευε ένα άρθρο της Ναντιέζντα Κρούπσκαγια, με τίτλο «Ο Λένιν και η οικοδόμηση των κολχόζ», στο οποίο υπενθύμιζε ότι, σύμφωνα με τον Λένιν: «δεν υπάρχει τίποτα πιο ανόητο από τη σκέψη να χρησιμοποιηθεί ο καταναγκασμός στον τομέα των σχέσεων με το μεσαίο χωρικό». Όσο για την κολεκτιβοποίηση της γης: «το να φαντάζεται κανείς ότι θα μπορούσε να αποφασιστεί, και να επιβληθεί εκ των άνω, θα ήταν τρέλα».

Την ίδια μέρα, 20 του Γενάρη, είχε γνωστοποιηθεί στον Τρότσκι η απέλαση του από τη Σοβιετική Ένωση. Τότε είναι πού τροτσκιστικές προκηρύξεις δημοσίευσαν τις συνομιλίες ανάμεσα στον Κάμενεφ και τον Μπουχάριν.

Ο τελευταίος κλήθηκε σε απολογία από την Κεντρική Επιτροπή. Απάντησε διαβάζοντας ένα προγραμματικό κείμενο 30 σελίδων, πού αποκάλυπτε την ανεπάρκεια της εσωκομματικής δημοκρατίας.

Σύμφωνα με τα κείμενα πού διαβάστηκαν από τον Ορτζονικίτζε και τον Ρουτζουτάκ στο 16ο Συνέδριο, ο Μπουχάριν είχε δηλώσει:

«Πραγματικά, τα γραφειοκρατικά στοιχεία μέσα στο Κόμμα μας πλήθυναν. Το Κόμμα δε συμμετέχει στην επίλυση των προβλημάτων. Όλα φτιάχνονται εκ των άνω. Είμαστε αντίθετοι στο να επιλύονται προβλήματα διεύθυνσης του Κόμματος από ένα μόνον άνθρωπο. Είμαστε αντίθετοι στην υποκατάσταση του συλλογικού έλεγχου με τον έλεγχο που ασκείται από ένα μόνο πρόσωπο, όποιο και αν είναι το κύρος αυτού του προσώπου».

Συνέβαινε συχνά στον Μπουχάριν να πέφτει σε λάθη, αλλά αν υπάρχει ένα σημείο, για το οποίο το μέλλον θα τον δικαίωνε τραγικά, είναι ακριβώς αυτό. Αλλά η κατάσταση δεν ήταν τέτοια στα 1929.

Κατά τα άλλα, ο Μπουχάριν υπενθύμιζε την αντίθεση του σε μια πολύ γρήγορη εκβιομηχάνιση και επέκρινε την ιδέα μιας «στρατιωτικής φεουδαρχικής εκμετάλλευσης του αγροτικού κόσμου».

Η βαρβαρότητα αυτής της επίθεσης και  η αποκάλυψη των συνομιλιών Καμενεφ – Μπουχάριν δε συνέβαλαν στο να δώσουν στον τελευταίο περισσότερούς οπαδούς στους κόλπους της ηγεσίας του Κόμματος.

Έχοντας πεισθεί για την ανάγκη να προχωρήσουν πιο γρήγορα στο δρόμο της εκβιομηχάνισης, στον αγώνα ενάντια στους κουλάκους και στην κολεκτιβοποίηση της γης, η πλειοψηφία της ΚΕ μεριμνώντας, όπως και τα προηγούμενα χρόνια για την ενότητα του Κόμματος, υποστήριξε τον Στάλιν.

Στην ολομέλεια της ΚΕ του Απρίλη, η «δεξιά παρέκκλιση» καταδικάστηκε σθεναρά και, μολονότι δεν υπήρξε διαγραφή από το Πολιτμπουρό, ο Στάλιν επέπληξε τον Μπουχάριν για τα προηγούμενα uεωρητικά του λάθη, στηριζόμενος γι’ αυτό στις «σημειώσεις» του Λένιν, από τις οποίες έκρυβε με επιμέλεια το τμήμα που τον αφορούσε.

Ο Μπουχάριν απομακρύνθηκε από τη θέση του προέδρου της Κομιντέρν και του αρχισυντάκτη της «Πράβντα», ο Τόμσκι από τη Θέση του γραμματέα των συνδικάτων. Μόνο ο Ρίκοφ έμεινε στη θέση του προέδρου του Συμβουλίου των Επιτρόπων του Λαού.

Η 16η Συνδιάσκεψη του Κόμματος (23 – 29 Απρίλη 1929), ενέκρινε το κείμενο του πεντάχρονου σχεδίου και το πρόγραμμα της κολεκτιβοποίησης της γης.

Όσο για τους Μπουχάριν, Ρίκοφ και Τόμσκι, υπόκυψαν μπρός στις αποφάσεις του Κόμματος. Έτσι, τον Απρίλη του 1929, είχε παρθεί καθαρά η απόφαση να επιταχυνθεί ο ρυθμός της εκβιομηχάνισης και της κολεκτιβοποίησης της γης. Δεν έμενε άλλο από το να μπει αυτή η απόφαση σε εφαρμογή.

About the Author:

Ζαν Ελενστάιν
Γάλλος ιστορικός, μελετητής της ιστορίας της ΕΣΣΔ.

Leave A Comment